διεγείρω
•
- προκαλώντας κάποιο ερέθισμα κάνω κάτι να ενεργοποιηθεί και ν’ αντιδράσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνεπαίρνω, ενθουσιάζω Βικιλεξικό
- ειδικότεραμε κάποιο τρόπο προκαλώ κάποιον σεξουαλικά και του γεννώ ή αυξάνω τη σεξουαλική επιθυμία Βικιλεξικό
- Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
Ετυμολογία
διεγείρω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διεγείρω < διά (δι-) + ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exciter)
Άλλοι τύποι
διήγειραδιεγέρθηκαδιεγείρομαιδιεγερμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →