Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβαστερός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπου διαβάζει Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποευχάριστο και εύκολο στο να το διαβάζει κάποιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβαστερός < διαβάζω + -τερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβαστερόςδιαβαστερήδιαβαστερό
Γενικήδιαβαστερούδιαβαστερήςδιαβαστερού
Αιτιατικήδιαβαστερόδιαβαστερήδιαβαστερό
Κλητικήδιαβαστερέδιαβαστερήδιαβαστερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβαστεροίδιαβαστερέςδιαβαστερά
Γενικήδιαβαστερώνδιαβαστερώνδιαβαστερών
Αιτιατικήδιαβαστερούςδιαβαστερέςδιαβαστερά
Κλητικήδιαβαστεροίδιαβαστερέςδιαβαστερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →