διαβαστερός
•
- λαϊκότροποπου διαβάζει Βικιλεξικό
- λαϊκότροποευχάριστο και εύκολο στο να το διαβάζει κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβαστερός < διαβάζω + -τερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβαστερός | διαβαστερή | διαβαστερό |
| Γενική | διαβαστερού | διαβαστερής | διαβαστερού |
| Αιτιατική | διαβαστερό | διαβαστερή | διαβαστερό |
| Κλητική | διαβαστερέ | διαβαστερή | διαβαστερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβαστεροί | διαβαστερές | διαβαστερά |
| Γενική | διαβαστερών | διαβαστερών | διαβαστερών |
| Αιτιατική | διαβαστερούς | διαβαστερές | διαβαστερά |
| Κλητική | διαβαστεροί | διαβαστερές | διαβαστερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →