διαβάζω
•
- μπορώ να κάνω ανάγνωση Βικιλεξικό
- έμαθα να διαβάζω, πριν ακόμη πάω στο σχολείο
- μελετώ (για το σχολείο, για εξετάσεις, για το πανεπιστήμιο) Βικιλεξικό
- διάβαζε όλη τη χρονιά συστηματικά κι, έτσι, πέτυχε στις εξετάσεις
- κάνω ανάγνωση ενός κειμένου σιωπηρά Βικιλεξικό
- συνηθίζομε τις Κυριακές να διαβάζομε μαζί εφημερίδα
- το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη για τον Ζορμπά διαβάστηκε πολύ αυτό σε όλον τον κόσμο
- μελετώ κάτι με προσοχή Βικιλεξικό
- αν διαβάσεις τους κανόνες, θα είναι πιο εύκολο να τους εφαρμόσεις
- βοηθώ κάποιον να μελετήσει τα μαθήματά του Βικιλεξικό
- μία φορά με διάβασε ο αδελφός μου και τα κατάλαβα όλα
- μεταφορικάδιακρίνω γεγονότα, περιστατικά, συναισθήματα Βικιλεξικό
- αν διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές, θα καταλάβεις ότι έχει περισσότερη ευαισθησία από ό,τι δείχνει
- διάβασα τη θλίψη στο πρόσωπό της
- θρησκείααπαγγέλλω κείμενο κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας Βικιλεξικό
- ο ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο
- θρησκείααπαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό Βικιλεξικό
- τον πήγαν στο μοναστήρι να τον διαβάσουν, μήπως ηρεμήσουν τα νεύρα του
Ετυμολογία
διαβάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διαβάζω < αρχαία ελληνική διαβιβάζω με απλοποίηση [viva] > [va]
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαβάζω | διαβάζεις | διαβάζει | διαβάζουμε | διαβάζετε | διαβάζουν / διαβάζουνε |
| Παρατατικός | διάβαζα | διάβαζες | διάβαζε | διαβάζαμε | διαβάζατε | διάβαζαν / διαβάζαν / διαβάζανε |
| Αόριστος | διάβασα | διάβασες | διάβασε | διαβάσαμε | διαβάσατε | διάβασαν / διαβάσαν / διαβάσανε |
| Μέλλοντας | θα διαβάζω / θα διαβάσω | θα διαβάζεις / θα διαβάσεις | θα διαβάζει / θα διαβάσει | θα διαβάζουμε / θα διαβάσουμε | θα διαβάζετε / θα διαβάσετε | θα διαβάζουν / θα διαβάζουνε / θα διαβάσουν / θα διαβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαβάσει | έχεις διαβάσει | έχει διαβάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαβάσει | είχες διαβάσει | είχε διαβάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαβάσει / να διαβάζω / να διαβάσω | να έχεις διαβάσει / να διαβάζεις / να διαβάσεις | να έχει διαβάσει / να διαβάζει / να διαβάσει | να διαβάζουμε / να διαβάσουμε | να διαβάζετε / να διαβάσετε | να διαβάζουν / να διαβάζουνε / να διαβάσουν / να διαβάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαβασμένο / διάβαζε / διάβασε | — | — | διαβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαβάστηκαδιαβάζομαιδιαβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →