διαβατάρης
•
- διαβάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβατάρης < μεσαιωνική ελληνική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
διαβατάρης < μεσαιωνική ελληνική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
διαβατάρης < μεσαιωνική ελληνική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →