Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβεβαίωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ισχυρή βεβαίωση Βικιλεξικό
  2. βεβαίωση που αφορά κάτι μελλοντικό· υπόσχεση Βικιλεξικό
    • έλαβαν τη διαβεβαίωση του υπουργού ότι θα ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους
  3. επίσημη ενέργεια που αντικαθιστά τον όρκο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβεβαίωση < διαβεβαίωσις < διαβεβαιώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαβεβαίωσηδιαβεβαιώσεις
Γενικήδιαβεβαίωσηςδιαβεβαιώσεων
Αιτιατικήδιαβεβαίωσηδιαβεβαιώσεις
Κλητικήδιαβεβαίωσηδιαβεβαιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →