βεβαίωση
•
- η ενέργεια με την οποία κάποιος βεβαιώνει κάτι, διαβεβαίωση Βικιλεξικό
- Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
- επίσημο έγγραφο με το οποίο συντάκτης βεβαιώνει κάτι Βικιλεξικό
- ζήτησε μια βεβαίωση από τη σχολή του ότι είναι φοιτητής για φορολογική χρήση
- διαπιστωτική ενέργεια των αρμόδιων αρχών, επίσημη διαπίστωση Βικιλεξικό
- η βεβαίωση της αγορανομικής παράβασης έγινε από τους αστυνομικούς της Αγορανομίας
Ετυμολογία
βεβαίωση < βεβαίωσις < βεβαιώνω < βέβαιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βεβαίωση | βεβαιώσεις |
| Γενική | βεβαίωσης | βεβαιώσεων |
| Αιτιατική | βεβαίωση | βεβαιώσεις |
| Κλητική | βεβαίωση | βεβαιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →