διαβιώνω
•
- ζω τη ζωή μου σε κάποιο περιβάλλον ή συνθήκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβιώνω < αρχαία ελληνική διαβιόω / διαβιῶ < διά + βιόω / βιῶ < βίος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷeyh₃- (ζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαβιώνω | διαβιώνεις | διαβιώνει | διαβιώνουμε | διαβιώνετε | διαβιώνουν / διαβιώνουνε |
| Παρατατικός | διαβίωνα | διαβίωνες | διαβίωνε | διαβιώναμε | διαβιώνατε | διαβίωναν / διαβιώναν / διαβιώνανε |
| Αόριστος | διαβίωσα | διαβίωσες | διαβίωσε | διαβιώσαμε | διαβιώσατε | διαβίωσαν / διαβιώσαν / διαβιώσανε |
| Μέλλοντας | θα διαβιώνω / θα διαβιώσω | θα διαβιώνεις / θα διαβιώσεις | θα διαβιώνει / θα διαβιώσει | θα διαβιώνουμε / θα διαβιώσουμε | θα διαβιώνετε / θα διαβιώσετε | θα διαβιώνουν / θα διαβιώνουνε / θα διαβιώσουν / θα διαβιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαβιώσει | έχεις διαβιώσει | έχει διαβιώσει | έχουμε διαβιώσει | έχετε διαβιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαβιώσει | είχες διαβιώσει | είχε διαβιώσει | είχαμε διαβιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαβιώσει / να διαβιώνω / να διαβιώσω | να έχεις διαβιώσει / να διαβιώνεις / να διαβιώσεις | να έχει διαβιώσει / να διαβιώνει / να διαβιώσει | να έχουμε διαβιώσει / να διαβιώνουμε / να διαβιώσουμε | να έχετε διαβιώσει / να διαβιώνετε / να διαβιώσετε | να διαβιώνουν / να διαβιώνουνε / να διαβιώσουν / να διαβιώσουνε |
| Προστακτική | — | διαβίωνε / διαβίωσε | — | — | διαβιώνετε / διαβιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →