βιώνω
•
- ζω μια κατάσταση ή ένα γεγονός με συνειδητό και έντονο τρόπο Βικιλεξικό
- Έχει βιώσει πολλά βάσανα στη ζωή του.
- Αυτό, πιστεύουμε, είναι μια βασική διαφορά και επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για ωραιοποίηση των ποικίλων καταστάσεων που βιώνει το παιδί. Αυτή βέβαια η ωραιοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους, εφόσον δημιουργεί μια επίπλαστη και ιδεατή εικόνα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. (Γεώργιος Δ. Παπαντωνάκης, Κώδικες και αφηγηματικά προγράμματα σε κείμενα της παιδικής λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 33)
Ετυμολογία
βιώνω < αρχαία ελληνική βιόω, βιῶ, με μεταπλασμό σε -ώνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιώνω | βιώνεις | βιώνει | βιώνουμε | βιώνετε | βιώνουν / βιώνουνε |
| Παρατατικός | βίωνα | βίωνες | βίωνε | βιώναμε | βιώνατε | βίωναν / βιώναν / βιώνανε |
| Αόριστος | βίωσα | βίωσες | βίωσε | βιώσαμε | βιώσατε | βίωσαν / βιώσαν / βιώσανε |
| Μέλλοντας | θα βιώνω / θα βιώσω | θα βιώνεις / θα βιώσεις | θα βιώνει / θα βιώσει | θα βιώνουμε / θα βιώσουμε | θα βιώνετε / θα βιώσετε | θα βιώνουν / θα βιώνουνε / θα βιώσουν / θα βιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βιώσει | έχεις βιώσει | έχει βιώσει | έχουμε βιώσει | έχετε βιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιώσει | είχες βιώσει | είχε βιώσει | είχαμε βιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιώσει / να βιώνω / να βιώσω | να έχεις βιώσει / να βιώνεις / να βιώσεις | να έχει βιώσει / να βιώνει / να βιώσει | να έχουμε βιώσει / να βιώνουμε / να βιώσουμε | να έχετε βιώσει / να βιώνετε / να βιώσετε | να βιώνουν / να βιώνουνε / να βιώσουν / να βιώσουνε |
| Προστακτική | — | βίωνε / βίωσε | — | — | βιώνετε / βιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →