Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβούλευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοσυμμετοχή σε συζήτηση με άλλους και ανταλλαγή απόψεων Βικιλεξικό
  2. λόγιοσυζήτηση με τη βοήθεια τεχνολογίας όπου οι απόντες μπορούν και συμμετέχουν με την «ηλεκτρονική τους παρουσία», η οποία μπορεί να λάβει χαρακτήρα, μετάδοσης εικόνας και ήχου ή μονάχα ήχου με τη συνοδεία εικόνας, ολογράμματος ή συμμετοχής σε φόρουμ Βικιλεξικό
  3. λόγιοσυζήτηση με αντικείμενο τη διαπραγμάτευση κάποιων ζητημάτων Βικιλεξικό
    • Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο... (ανακτήθηκε από το opengov.gr, 4/10/2025)
  4. μηχανορραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβούλευση μαρτυρείται από το 1782 στον πληθυντικό αριθμό (διαβουλεύσεις < διαβούλευσις) < απόδοση για τη γαλλική consultation(s). Μορφολογικά αναλύεται σε δια- + βουλεύ(ομαι) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαβούλευσηδιαβουλεύσεις
Γενικήδιαβούλευσηςδιαβουλεύσεων
Αιτιατικήδιαβούλευσηδιαβουλεύσεις
Κλητικήδιαβούλευσηδιαβουλεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →