διαγκωνίζομαι
•
- λόγιοπροσπαθώ σπρώχνοντας με τους αγκώνες να περάσω ανάμεσα από πολλούς ανθρώπους με σπρωξίματα και αγκωνιές Βικιλεξικό
- λόγιοανταγωνίζομαι και διεκδικώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγκωνίζομαι < ελληνιστική κοινή διαγκωνίζομαι < αρχαία ελληνική διά + ἀγκών (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική elbow through)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαγκωνίζομαι | διαγκωνίζεσαι | διαγκωνίζεται | διαγκωνιζόμαστε | διαγκωνίζεστε | διαγκωνίζονται |
| Παρατατικός | διαγκωνιζόμουν / διαγκωνιζόμουνα | διαγκωνιζόσουν / διαγκωνιζόσουνα | διαγκωνιζόταν / διαγκωνιζότανε | διαγκωνιζόμασταν / διαγκωνιζόμαστε | διαγκωνιζόσασταν / διαγκωνιζόσαστε | διαγκωνίζονταν / διαγκωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | διαγκωνίστηκα | διαγκωνίστηκες | διαγκωνίστηκε | διαγκωνιστήκαμε | διαγκωνιστήκατε | διαγκωνίστηκαν / διαγκωνιστήκαν / διαγκωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα διαγκωνίζομαι / θα διαγκωνιστώ | θα διαγκωνίζεσαι / θα διαγκωνιστείς | θα διαγκωνίζεται / θα διαγκωνιστεί | θα διαγκωνιζόμαστε / θα διαγκωνιστούμε | θα διαγκωνίζεστε / θα διαγκωνιστείτε | θα διαγκωνίζονται / θα διαγκωνιστούν / θα διαγκωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαγκωνιστεί | έχεις διαγκωνιστεί | έχει διαγκωνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαγκωνιστεί | είχες διαγκωνιστεί | είχε διαγκωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαγκωνιστεί / να διαγκωνίζομαι / να διαγκωνιστώ | να έχεις διαγκωνιστεί / να διαγκωνίζεσαι / να διαγκωνιστείς | να έχει διαγκωνιστεί / να διαγκωνίζεται / να διαγκωνιστεί | να διαγκωνιζόμαστε / να διαγκωνιστούμε | να διαγκωνίζεστε / να διαγκωνιστείτε | να διαγκωνίζονται / να διαγκωνιστούν / να διαγκωνιστούνε |
| Προστακτική | — | διαγκωνίζου / διαγκωνίσου | — | — | διαγκωνίζεστε / διαγκωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →