Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγκώνας

/aŋˈɡo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανατομίαη εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη Βικιλεξικό
    • Η Μαρία έσκυψε απάνω απ' το τραπέζι κι έριξε πάλι το βάρος του κορμού της στους αγκώνες της. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)
  2. το τμήμα του ρούχου που καλύπτει τον αγκώνα Βικιλεξικό
    • Το σακάκι του παππού ήταν τριμμένο στους αγκώνες.

Ετυμολογία

αγκώνας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκώνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγκών από την αιτιατική «τόν ἀγκῶνα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγκώναςαγκώνες
Γενικήαγκώνααγκώνων
Αιτιατικήαγκώνααγκώνες
Κλητικήαγκώνααγκώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →