αγκώνας
•
- ανατομίαη εξωτερική γωνία της άρθρωσης μεταξύ βραχίονα και πήχη Βικιλεξικό
- Η Μαρία έσκυψε απάνω απ' το τραπέζι κι έριξε πάλι το βάρος του κορμού της στους αγκώνες της. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)
- το τμήμα του ρούχου που καλύπτει τον αγκώνα Βικιλεξικό
- Το σακάκι του παππού ήταν τριμμένο στους αγκώνες.
Ετυμολογία
αγκώνας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκώνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγκών από την αιτιατική «τόν ἀγκῶνα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγκώνας | αγκώνες |
| Γενική | αγκώνα | αγκώνων |
| Αιτιατική | αγκώνα | αγκώνες |
| Κλητική | αγκώνα | αγκώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →