διαγωνισμός
•
- διαδικασία γραπτών, προφορικών ή άλλων εξετάσεων και δοκιμασιών για τη διεκδίκηση μιας εργασίας, βραβείου κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγωνισμός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική διαγωνισμός (έντονη προσπάθεια) < αρχαία ελληνική διαγωνίζομαι <διά + ἀγωνίζομαι < ἀγών < ἄγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eǵ- (ἄγω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαγωνισμός | διαγωνισμοί |
| Γενική | διαγωνισμού | διαγωνισμών |
| Αιτιατική | διαγωνισμό | διαγωνισμούς |
| Κλητική | διαγωνισμέ | διαγωνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →