Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαδέτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςσχοινί με το οποίο δένουμε τις άκρες άλλων σχοινιών (για να τα τραβήξουμε, μαζέψουμε κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαδέτης < μεσαιωνική ελληνική διαδέτης < αρχαία ελληνική διαδέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαδέτηςδιαδέτες
Γενικήδιαδέτηδιαδετών
Αιτιατικήδιαδέτηδιαδέτες
Κλητικήδιαδέτηδιαδέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →