διαδηλώνω
•
- δημοσιοποιώ τη στάση μου ή τα συναισθήματά μου σε σχέση με κάτι Βικιλεξικό
- συμμετέχω σε συλλαλητήριο, κάνω διαδήλωση εκφράζοντας μια κοινή γνώμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδηλώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαδηλ(ῶ) (συνηρημένου τύπου του διαδηλόω) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαδηλώνω | διαδηλώνεις | διαδηλώνει | διαδηλώνουμε | διαδηλώνετε | διαδηλώνουν / διαδηλώνουνε |
| Παρατατικός | διαδήλωνα | διαδήλωνες | διαδήλωνε | διαδηλώναμε | διαδηλώνατε | διαδήλωναν / διαδηλώναν / διαδηλώνανε |
| Αόριστος | διαδήλωσα | διαδήλωσες | διαδήλωσε | διαδηλώσαμε | διαδηλώσατε | διαδήλωσαν / διαδηλώσαν / διαδηλώσανε |
| Μέλλοντας | θα διαδηλώνω / θα διαδηλώσω | θα διαδηλώνεις / θα διαδηλώσεις | θα διαδηλώνει / θα διαδηλώσει | θα διαδηλώνουμε / θα διαδηλώσουμε | θα διαδηλώνετε / θα διαδηλώσετε | θα διαδηλώνουν / θα διαδηλώνουνε / θα διαδηλώσουν / θα διαδηλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαδηλώσει | έχεις διαδηλώσει | έχει διαδηλώσει | έχουμε διαδηλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαδηλώσει | είχες διαδηλώσει | είχε διαδηλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαδηλώσει / να διαδηλώνω / να διαδηλώσω | να έχεις διαδηλώσει / να διαδηλώνεις / να διαδηλώσεις | να έχει διαδηλώσει / να διαδηλώνει / να διαδηλώσει | να έχουμε διαδηλώσει / να διαδηλώνουμε / να διαδηλώσουμε | να διαδηλώνετε / να διαδηλώσετε | να διαδηλώνουν / να διαδηλώνουνε / να διαδηλώσουν / να διαδηλώσουνε |
| Προστακτική | — | διαδήλωνε / διαδήλωσε | — | — | διαδηλώνετε / διαδηλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαδηλώθηκαδιαδηλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →