Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δηλώνω

/ðiˈlo.no/ρήμα
•
  1. γνωστοποιώ κάτι που με αφορά σε δημόσια αρχή Βικιλεξικό
    • δήλωσε το αυθαίρετο κτίσμα του στην Πολεοδομία, ώστε να μπορέσει αργότερα να το νομιμοποιήσει
    • κάποιοι επαγγελματίες δηλώνουν αναληθώς στη φορολογική τους δήλωση πολύ μικρά εισοδήματα
  2. βεβαιώνω ενυπόγραφα (σε ειδικό έντυπο- δήλωση) ότι κάτι είναι αληθινό Βικιλεξικό
    • δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν λαμβάνω σύνταξη από κανένα ασφαλιστικό ταμείο
  3. λέω ότι είμαι Βικιλεξικό
    • δηλώνει ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά όλοι ξέρουν ότι κάνει ύποπτες δουλειές
    • στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις
  4. εκφράζω λεκτικά με σαφή τρόπο μία άποψη, επιθυμία ή απόφασή μου Βικιλεξικό
    • χτες ο Γιάννης μας δήλωσε ότι θέλει να παραιτηθεί από τη δουλειά του
  5. διατυπώνω άποψη ή απόφασή μου για ένα τρέχον ζήτημα δημόσια, προφορικά ή γραπτά με ένα σύντομο κείμενο Βικιλεξικό
    • ο υπουργός δήλωσε ότι δεν θα γίνουν άλλες προσλήψεις φέτος στο υπουργείο του
  6. σημαίνω, φανερώνω Βικιλεξικό
    • το χαμόγελό του δηλώνει ικανοποίηση
  7. προγραμματισμόςορίζω το όνομα (identifier) και τον τύπο δεδομένων μεταβλητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δηλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δηλώνω < αρχαία ελληνική δηλόω / δηλῶ < δῆλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dyew- (ουρανός, λάμπω)

Άλλοι τύποι

δήλωσαδηλωμένοςδηλώθηκαδηλώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →