διαδικτυακά
•
- νεολογισμόςστο διαδίκτυο Βικιλεξικό
- νεολογισμόςμε διαδικτυακό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδικτυακά < διαδικτυακ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
διαδικτυακά < διαδικτυακ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →