διαδίκτυο
•
- πληροφορικήένα διεθνές δίκτυο τηλεπικοινωνιών που συνδέει ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω του πρωτοκόλλου IP. Υποστηρίζει κυρίως τη μετάδοση ιστοσελίδων (webpage), ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) και αρχείων. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδίκτυο, (νεολογισμός) < δια- + δίκτυο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική internet)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδίκτυο | διαδίκτυα |
| Γενική | διαδίκτυου / διαδικτύου | διαδίκτυων / διαδικτύων |
| Αιτιατική | διαδίκτυο | διαδίκτυα |
| Κλητική | διαδίκτυο | διαδίκτυα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →