διαδικτυακός
•
- νεολογισμόςπου ανήκει, που αναφέρεται ή που σχετίζεται με το διαδίκτυο Βικιλεξικό
- διαδικτυακή επικοινωνία
- διαδικτυακός τόπος
Ετυμολογία
διαδικτυακός < διαδίκτυ(ο) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδικτυακός | διαδικτυακή | διαδικτυακό |
| Γενική | διαδικτυακού | διαδικτυακής | διαδικτυακού |
| Αιτιατική | διαδικτυακό | διαδικτυακή | διαδικτυακό |
| Κλητική | διαδικτυακέ | διαδικτυακή | διαδικτυακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδικτυακοί | διαδικτυακές | διαδικτυακά |
| Γενική | διαδικτυακών | διαδικτυακών | διαδικτυακών |
| Αιτιατική | διαδικτυακούς | διαδικτυακές | διαδικτυακά |
| Κλητική | διαδικτυακοί | διαδικτυακές | διαδικτυακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →