διαδοκίδα
•
- αρχιτεκτονικήτραβέρσα Βικιλεξικό
- ναυπηγικός όροςμικρό δοκάρι που συναρμόζει και στηρίζει τις δοκούς που στηρίζουν το κατάστρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδοκίδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαδοκίς < δια- + αρχαία ελληνική δοκός < δέχομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *deḱ- (δέχομαι, παίρνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδοκίδα | διαδοκίδες |
| Γενική | διαδοκίδας | διαδοκίδων |
| Αιτιατική | διαδοκίδα | διαδοκίδες |
| Κλητική | διαδοκίδα | διαδοκίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →