Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοκός

/ðoˈkos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αρχιτεκτονικήδοκάρι Βικιλεξικό
  2. αθλητισμόςδοκάρι (στα γκολπόστ) Βικιλεξικό
  3. αθλητισμόςόργανο γυμναστικής που αποτελείται από ένα οριζόντιο δοκάρι, που στηρίζεται σε δύο βάσεις, και που παρών στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν τεχνικές και ισορροπιστικές ασκήσεις (και (κατ’ επέκταση) το σχετικό άθλημα) Βικιλεξικό
    • Στην ενόργανη γυμναστική, οι άνδρες αγωνίζονται σε έδαφος, ίππο με λαβές, κρίκους, άλμα, μονόζυγο και παράλληλους ζυγούς. Οι γυναίκες μετέχουν παίρνουν μέρος σε άλμα, έδαφος, δοκό ισορροπίας και ασύμμετρους ζυγούς.(εφημερίδα Καθημερινή)

Ετυμολογία

δοκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δοκός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοκόςδοκοί
Γενικήδοκούδοκών
Αιτιατικήδοκόδοκούς
Κλητικήδοκέδοκοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →