διαδοχή
•
- η ενέργεια του διαδέχομαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια του διαδέχομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδοχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαδοχή < διαδέχομαι < διά + δέχομαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική succession)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδοχή | διαδοχές |
| Γενική | διαδοχής | διαδοχών |
| Αιτιατική | διαδοχή | διαδοχές |
| Κλητική | διαδοχή | διαδοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →