διαδέχομαι
•
- αναλαμβάνω το αξίωμα που πριν κατείχε κάποιος άλλος Βικιλεξικό
- μετά τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του Κωνσταντίνος
- παίρνω τη θέση αυτού που πριν κατείχε κάτι άλλο ή κάποιος άλλος Βικιλεξικό
- οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη χωρίς να φέρνουν τίποτα καινούριο στη ζωή του
- Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρείας, 1971, σελ. 5)
Ετυμολογία
διαδέχομαι < αρχαία ελληνική διαδέχομαι < διά + δέχομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαδέχομαι | διαδέχεσαι | διαδέχεται | διαδεχόμαστε | διαδέχεστε | διαδέχονται |
| Παρατατικός | διαδεχόμουν / διαδεχόμουνα | διαδεχόσουν / διαδεχόσουνα | διαδεχόταν / διαδεχότανε | διαδεχόμασταν / διαδεχόμαστε | διαδεχόσασταν / διαδεχόσαστε | διαδέχονταν / διαδεχόντουσαν |
| Αόριστος | διαδέχτηκα | διαδέχτηκες | διαδέχτηκε | διαδεχτήκαμε | διαδεχτήκατε | διαδέχτηκαν / διαδεχτήκαν / διαδεχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα διαδέχομαι / θα διαδεχτώ | θα διαδέχεσαι / θα διαδεχτείς | θα διαδέχεται / θα διαδεχτεί | θα διαδεχτούμε / θα διαδεχόμαστε | θα διαδέχεστε / θα διαδεχτείτε | θα διαδέχονται / θα διαδεχτούν / θα διαδεχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαδεχτεί | έχεις διαδεχτεί | έχει διαδεχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαδεχτεί | είχες διαδεχτεί | είχε διαδεχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαδεχτεί / να διαδέχομαι / να διαδεχτώ | να έχεις διαδεχτεί / να διαδέχεσαι / να διαδεχτείς | να έχει διαδεχτεί / να διαδέχεται / να διαδεχτεί | να διαδεχτούμε / να διαδεχόμαστε | να διαδέχεστε / να διαδεχτείτε | να διαδέχονται / να διαδεχτούν / να διαδεχτούνε |
| Προστακτική | — | διαδέξου / διαδέχου | — | — | διαδέχεστε / διαδεχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →