διαδραματίζεται
•
- μόνο στο γ' πρόσωπο ενικού και πληθυντικούσυμβαίνει, εξελίσσεται Βικιλεξικό
- μόνο στο γ' πρόσωπο ενικού και πληθυντικούσυμβαίνει, εξελίσσεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδραματίζεται < παθητική φωνή του ρήματος διαδραματίζω
Άλλοι τύποι
διαδραματίστηκεδιαδραματιζότανδιαδραματιστεί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →