Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαδραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμός : εκπαίδευσηγια συσκευή, τεχνολογία, μέσο που επιτρέπει αμφίδρομη επικοινωνία και περιλαμβάνει ανθρώπινους χειριστές, οι οποίοι αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον της προσομοίωσης Βικιλεξικό
    • βαθμιαία εισάγονται στα σχολεία διαδραστικοί πίνακες διδασκαλίας
    • Στην αφηγηματική και διαδραστική ροή της θεματολογίας του πάρκου εντάσσεται και ο αδόμητος περιβάλλων χώρος του. (Ξένη Αραπογιάννη, Ολυμπία: η κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, εκδ. Μίλητος, 2003, σελ. 155)

Ετυμολογία

διαδραστικός < δια- + δραστικός < δράση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interactive)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαδραστικόςδιαδραστικήδιαδραστικό
Γενικήδιαδραστικούδιαδραστικήςδιαδραστικού
Αιτιατικήδιαδραστικόδιαδραστικήδιαδραστικό
Κλητικήδιαδραστικέδιαδραστικήδιαδραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαδραστικοίδιαδραστικέςδιαδραστικά
Γενικήδιαδραστικώνδιαδραστικώνδιαδραστικών
Αιτιατικήδιαδραστικούςδιαδραστικέςδιαδραστικά
Κλητικήδιαδραστικοίδιαδραστικέςδιαδραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →