Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάδραση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη αλληλεπιδραστική αμφίδρομη διαδικασία μεταξύ δύο ατόμων (ή ομάδων) ή μεταξύ ανθρώπων και (υπολογιστικών) μηχανών Βικιλεξικό
    • Η εκπαιδευτική διαδικασία προϋποθέτει διάδραση. Ως διάδραση ορίζουμε το είδος δράσης που συντελείται όταν δύο ή περισσότερα άτομα δρουν, επηρεάζοντας το ένα το άλλο. Το κύριο χαρακτηριστικό της διάδρασης είναι η αμφίδρομη μορφή αυτής της σχέσης επιρροής μεταξύ των διαδρώντων ατόμων σε αντίθεση με τη μονόδρομη μορφή της συμβατικής δράσης: αιτίου-αιτιατού. (* .pdf @ipeir.pde.sch.gr)
    • Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0719:FIN:EL:PDF)

Ετυμολογία

διάδραση < διά- + δράση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interaction)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάδρασηδιαδράσεις
Γενικήδιάδρασηςδιαδράσεων
Αιτιατικήδιάδρασηδιαδράσεις
Κλητικήδιάδρασηδιαδράσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →