Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαδρομιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςάτομο που κινείται στους διαδρόμους, τους προθαλάμους και στα παρασκήνια της εξουσίας επηρεάζοντας ή απλώς συλλέγοντας πληροφορίες και επιδιώκοντας επωφελείς γνωριμίες Βικιλεξικό
    • Όπως μου λέει διαδρομιστής του κοινοβουλίου, ο πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων ευχαρίστως θα τον καλούσε να εμφανισθεί ενώπιον των μελών της (όπως έχει γίνει και με άλλους πρέσβεις) «αν θέλει να έρθει». (*)
  2. κατ’ επέκτασηδικηγόρος που κινείται στους διαδρόμους και τους προθαλάμους των δικαστηρίων προς άγρα πελατών Βικιλεξικό
    • Στα δικαστήρια θα συναντήσετε υψηλά αμειβόμενους δικηγόρους, θα δείτε όμως και εκείνους που χαρακτηρίζονται «διαδρομιστές». Πρόκειται για επαγγελματίες που περνούν από τις διάφορες δικαστικές αίθουσες αναζητώντας μια υπόθεση. Μοιάζουν με «επαίτες» της όποιας υπόθεσης. Η κατάσταση αυτή είναι αποτέλεσμα του σκληρού ανταγωνισμού, και η σκέψη του κινδύνου αυτού πνίγει πολλούς νέους που πριν από 4 - 5 χρόνια μπήκαν στη σχολή με όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον. (*)

Ετυμολογία

διαδρομιστής < διάδρομος + -ιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαδρομιστήςδιαδρομιστές
Γενικήδιαδρομιστήδιαδρομιστών
Αιτιατικήδιαδρομιστήδιαδρομιστές
Κλητικήδιαδρομιστήδιαδρομιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →