Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαθηκώος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με διαθήκη ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου γίνεται μέσω διαθήκης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαθηκώος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική διαθήκη < διατίθημι < διά + τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαθηκώοςδιαθηκώαδιαθηκώο
Γενικήδιαθηκώουδιαθηκώαςδιαθηκώου
Αιτιατικήδιαθηκώοδιαθηκώαδιαθηκώο
Κλητικήδιαθηκώεδιαθηκώαδιαθηκώο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαθηκώοιδιαθηκώεςδιαθηκώα
Γενικήδιαθηκώωνδιαθηκώωνδιαθηκώων
Αιτιατικήδιαθηκώουςδιαθηκώεςδιαθηκώα
Κλητικήδιαθηκώοιδιαθηκώεςδιαθηκώα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →