Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαιτολόγιο

/ði.e.toˈlo.ʝi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διαιτητικό πρόγραμμα που καθορίζει τη διατροφή κάποιου για λόγους υγείας, αισθητικής κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Ἐνδεικτικά πάλι ἀναφέρουμε ἕνα ἡμερήσιο διαιτολόγιο τοῦ παιδικοῦ σταθμοῦ (Θανάσης Μητσόπουλος, Μείναμε Έλληνες: τα σχολεία των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στις σοσιαλιστικές χώρες, 1979, σελ. 47)
    • Δέν εἶναι, βέβαια ἀνυπόστατες οἱ ἀναφορές τῶν ταξιδιωτῶν σέ ὁρισμένα πάγια εἴδη διατροφῆς, ὅταν περιγράφουν τό καθημερινό διαιτολόγιο τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν ἀστικῶν κέντρων: τό φρέσκο ψωμί, τά λαχανικά καί τὰ φροῦτα, οἱ ἐλιές καί τό τυρί, τά παστά ψάρια καί σπανιότερα τά φρέσκα (Σπύρος Ι. Ασδραχτάς, Νίκος Καραπιδάκης, Ελληνική οικονομική ιστορία 15-19ος αιώνας, Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, 2003, σελ. 544)
  2. κατ’ επέκτασηβιβλίο με σχετικά διαιτητικά προγράμματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαιτολόγιο < διαιτ(α) + -ο- + -λόγιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαιτολόγιοδιαιτολόγια
Γενικήδιαιτολογίου / διαιτολόγιουδιαιτολογίων / διαιτολόγιων
Αιτιατικήδιαιτολόγιοδιαιτολόγια
Κλητικήδιαιτολόγιοδιαιτολόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →