δίαιτα
•
- o ειδικός τρόπος διατροφής και διαβίωσης (συνήθως για να επιτευχθεί αδυνάτισμα) Βικιλεξικό
- Ανατρέχοντας στο ιστορικό ενός ανθρώπου που προβληματίζεται χρόνια με το βάρος του και που κατά καιρούς έχει εφαρμόσει διάφορες δίαιτες, είναι πολύ πιθανό να καταλήξουμε στο «παράδοξο» συμπέρασμα, ότι ορισμένες (και πιστέψτε με όχι λίγες...) δίαιτες, ή καλύτερα προγράμματα αδυνατίσματος, τελικά παχαίνουν... (* @enet.gr)
- Έρευνα Αμερικανών επιστημόνων επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά τις ευεργετικές επιπτώσεις της Μεσογειακής δίαιτας. Διατροφή πλούσια σε λαχανικά και ψάρια, λένε οι επιστήμονες, επιβραδύνει την διαδικασία της γήρανσης κατά μια πενταετία. (* Εφημερδία των συντακτών)
- Δίαιτα πάχυνσης για να αντέξει (* εφημερίδα Τα Νέα)
Ετυμολογία
δίαιτα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δίαιτα :* Για τη σημασία τοπική βουλή → δείτε τη λέξη δίετα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίαιτα | δίαιτες |
| Γενική | δίαιτας / διαίτης | διαιτών |
| Αιτιατική | δίαιτα | δίαιτες |
| Κλητική | δίαιτα | δίαιτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →