διακινητής
•
- επάγγελμααυτός που διακινεί εμπορεύματα Βικιλεξικό
- αυτός που διακινεί (παράνομα) ανθρώπους (διαμέσου συνόρων) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακινητής < διακινώ, διακινη- + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακινητής | διακινητές |
| Γενική | διακινητή | διακινητών |
| Αιτιατική | διακινητή | διακινητές |
| Κλητική | διακινητή | διακινητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →