διακινώ
•
- μεταφέρω διάφορα πράγματα (π.χ. εμπορεύματα) και τα διανέμω Βικιλεξικό
- Η Πάτρα παρήγε προϊόντα στην ενδοχώρα της, τα μεταποιούσαν οι βιοτεχνίες και οι βιομηχανίες κατά μήκος της παραλίας και τα διακινούσε το πολύβουο λιμάνι της. (Τ. Επτακοίλη, «Η Πάτρα χωρίς μάσκα», εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 24 Φεβρ. 2015)
- μεταφέρω ανθρώπους Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΣΕ, την τελευταία τετραετία διακινούνται περίπου 125.000 επιβάτες ανά έτος. (Γ. Λιάλιος, «Ταξιδεύοντας στην Ευρώπη με το τρένο», εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 12 Ιουλ. 2001)
- μεταφορικάγνωστοποιώ, διαδίδω Βικιλεξικό
- Υπάρχουν δεκάδες δίαυλοι και μέσα (από έντυπα μέχρι το Διαδίκτυο) να διακινήσει κανείς τις ιδέες του. (Ανώνυμος, «Διακίνηση ιδεών σε δημοκρατικούς καιρούς», εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 27 Απρ. 2013)
Ετυμολογία
διακινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακινῶ, συνηρημένος τύπος του διακινέω < δια- κινέω / κινῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱey-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακινώ | διακινείς | διακινεί | διακινούμε | διακινείτε | διακινούν / διακινούνε |
| Παρατατικός | διακινούσα | διακινούσες | διακινούσε | διακινούσαμε | διακινούσατε | διακινούσαν / διακινούσανε |
| Αόριστος | διακίνησα | διακίνησες | διακίνησε | διακινήσαμε | διακινήσατε | διακίνησαν / διακινήσαν / διακινήσανε |
| Μέλλοντας | θα διακινήσω / θα διακινώ | θα διακινήσεις / θα διακινείς | θα διακινήσει / θα διακινεί | θα διακινήσουμε / θα διακινούμε | θα διακινήσετε / θα διακινείτε | θα διακινήσουν / θα διακινήσουνε / θα διακινούν / θα διακινούνε |
| Παρακείμενος | έχω διακινήσει | έχεις διακινήσει | έχει διακινήσει | έχουμε διακινήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακινήσει | είχες διακινήσει | είχε διακινήσει | είχαμε διακινήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακινήσει / να διακινήσω / να διακινώ | να έχεις διακινήσει / να διακινήσεις / να διακινείς | να έχει διακινήσει / να διακινήσει / να διακινεί | να έχουμε διακινήσει / να διακινήσουμε / να διακινούμε | να διακινήσετε / να διακινείτε | να διακινήσουν / να διακινήσουνε / να διακινούν / να διακινούνε |
| Προστακτική | — | διακίνησε | — | — | διακινήστε / διακινείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακινήθηκαδιακινούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →