διακινητικός
•
- που έχει σχέση με τη διακίνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακινητικός < διακινώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διακινητικός | διακινητική | διακινητικό |
| Γενική | διακινητικού | διακινητικής | διακινητικού |
| Αιτιατική | διακινητικό | διακινητική | διακινητικό |
| Κλητική | διακινητικέ | διακινητική | διακινητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διακινητικοί | διακινητικές | διακινητικά |
| Γενική | διακινητικών | διακινητικών | διακινητικών |
| Αιτιατική | διακινητικούς | διακινητικές | διακινητικά |
| Κλητική | διακινητικοί | διακινητικές | διακινητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →