Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακινητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διακίνηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακινητικός < διακινώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακινητικόςδιακινητικήδιακινητικό
Γενικήδιακινητικούδιακινητικήςδιακινητικού
Αιτιατικήδιακινητικόδιακινητικήδιακινητικό
Κλητικήδιακινητικέδιακινητικήδιακινητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακινητικοίδιακινητικέςδιακινητικά
Γενικήδιακινητικώνδιακινητικώνδιακινητικών
Αιτιατικήδιακινητικούςδιακινητικέςδιακινητικά
Κλητικήδιακινητικοίδιακινητικέςδιακινητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →