διακλαδικός
•
- που σχετίζεται με διάφορους κλάδους, που αφορά πολλούς τομείς Βικιλεξικό
- Η διακλαδική και ενδοκλαδική πολυτυπία συνεπάγεται σημαντικά επιχειρησιακά μειονεκτήματα και αυξημένα κόστη λειτουργίας και υποστήριξης. (Χρήστος Γ. Κόλλιας, Εθνική οικονομία - Eθνική άμυνα και ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, 2023, σελ. 194)
Ετυμολογία
διακλαδικός < δια- + κλαδικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διακλαδικός | διακλαδική | διακλαδικό |
| Γενική | διακλαδικού | διακλαδικής | διακλαδικού |
| Αιτιατική | διακλαδικό | διακλαδική | διακλαδικό |
| Κλητική | διακλαδικέ | διακλαδική | διακλαδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διακλαδικοί | διακλαδικές | διακλαδικά |
| Γενική | διακλαδικών | διακλαδικών | διακλαδικών |
| Αιτιατική | διακλαδικούς | διακλαδικές | διακλαδικά |
| Κλητική | διακλαδικοί | διακλαδικές | διακλαδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →