κλαδί
•
- το ξυλώδες μέρος του φυτού (δέντρου, θάμνου) που φύεται από τον κορμό και έχει φύλλα, άνθη κ.λπ. Βικιλεξικό
- Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
κλαδί < μεσαιωνική ελληνική κλαδί(ν) < ελληνιστική κοινή κλαδίον < κλάδιον < αρχαία ελληνική κλάδος < κλάω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλαδί | κλαδιά |
| Γενική | κλαδιού | κλαδιών |
| Αιτιατική | κλαδί | κλαδιά |
| Κλητική | κλαδί | κλαδιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →