διακοσμητικός
•
- που διακοσμεί, που έχει σχέση με τη διακόσμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν παίζει σημαντικό ρόλο, που έχει δευτερεύουσα σημασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακοσμητικός < διακοσμώ + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décoratif / ornemental)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διακοσμητικός | διακοσμητική | διακοσμητικό |
| Γενική | διακοσμητικού | διακοσμητικής | διακοσμητικού |
| Αιτιατική | διακοσμητικό | διακοσμητική | διακοσμητικό |
| Κλητική | διακοσμητικέ | διακοσμητική | διακοσμητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διακοσμητικοί | διακοσμητικές | διακοσμητικά |
| Γενική | διακοσμητικών | διακοσμητικών | διακοσμητικών |
| Αιτιατική | διακοσμητικούς | διακοσμητικές | διακοσμητικά |
| Κλητική | διακοσμητικοί | διακοσμητικές | διακοσμητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →