Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακοσμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διακοσμεί, που έχει σχέση με τη διακόσμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν παίζει σημαντικό ρόλο, που έχει δευτερεύουσα σημασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακοσμητικός < διακοσμώ + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décoratif / ornemental)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακοσμητικόςδιακοσμητικήδιακοσμητικό
Γενικήδιακοσμητικούδιακοσμητικήςδιακοσμητικού
Αιτιατικήδιακοσμητικόδιακοσμητικήδιακοσμητικό
Κλητικήδιακοσμητικέδιακοσμητικήδιακοσμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακοσμητικοίδιακοσμητικέςδιακοσμητικά
Γενικήδιακοσμητικώνδιακοσμητικώνδιακοσμητικών
Αιτιατικήδιακοσμητικούςδιακοσμητικέςδιακοσμητικά
Κλητικήδιακοσμητικοίδιακοσμητικέςδιακοσμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →