διακοσμώ
•
- στολίζω κάτι (χώρο, αντικείμενο) με διάφορα στολίδια ή σχέδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακοσμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακοσμῶ, συνηρημένος τύπος του διακοσμέω (βάζω σε τάξη) < δια- + κοσμέω / κοσμῶ < κόσμος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακοσμώ | διακοσμείς | διακοσμεί | διακοσμούμε | διακοσμείτε | διακοσμούν / διακοσμούνε |
| Παρατατικός | διακοσμούσα | διακοσμούσες | διακοσμούσε | διακοσμούσαμε | διακοσμούσατε | διακοσμούσαν / διακοσμούσανε |
| Αόριστος | διακόσμησα | διακόσμησες | διακόσμησε | διακοσμήσαμε | διακοσμήσατε | διακοσμήσαν / διακοσμήσανε / διακόσμησαν |
| Μέλλοντας | θα διακοσμήσω / θα διακοσμώ | θα διακοσμήσεις / θα διακοσμείς | θα διακοσμήσει / θα διακοσμεί | θα διακοσμήσουμε / θα διακοσμούμε | θα διακοσμήσετε / θα διακοσμείτε | θα διακοσμήσουν / θα διακοσμήσουνε / θα διακοσμούν / θα διακοσμούνε |
| Παρακείμενος | έχω διακοσμήσει | έχεις διακοσμήσει | έχει διακοσμήσει | έχουμε διακοσμήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακοσμήσει | είχες διακοσμήσει | είχε διακοσμήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακοσμήσει / να διακοσμήσω / να διακοσμώ | να έχεις διακοσμήσει / να διακοσμήσεις / να διακοσμείς | να έχει διακοσμήσει / να διακοσμήσει / να διακοσμεί | να έχουμε διακοσμήσει / να διακοσμήσουμε / να διακοσμούμε | να διακοσμήσετε / να διακοσμείτε | να διακοσμήσουν / να διακοσμήσουνε / να διακοσμούν / να διακοσμούνε |
| Προστακτική | — | διακόσμει / διακόσμησε | — | — | διακοσμήστε / διακοσμείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακοσμήθηκαδιακοσμούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →