Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακριβωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου σχετίζεται με τη διακρίβωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακριβωτικός < διακιβώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακριβωτικόςδιακριβωτικήδιακριβωτικό
Γενικήδιακριβωτικούδιακριβωτικήςδιακριβωτικού
Αιτιατικήδιακριβωτικόδιακριβωτικήδιακριβωτικό
Κλητικήδιακριβωτικέδιακριβωτικήδιακριβωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακριβωτικοίδιακριβωτικέςδιακριβωτικά
Γενικήδιακριβωτικώνδιακριβωτικώνδιακριβωτικών
Αιτιατικήδιακριβωτικούςδιακριβωτικέςδιακριβωτικά
Κλητικήδιακριβωτικοίδιακριβωτικέςδιακριβωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →