διακριβώνω
•
- λόγιοεξετάζω κάτι λεπτομερώς και το εξακριβώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακριβώνω < αρχαία ελληνική διακριβόω / διακριβῶ < (διά) δι- + ἀκριβόω / ἀκριβῶ < ἀκριβής < ἄκρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ḱrós (ὀξύς) < *h₂eḱ- + *-rós (ὀξύς)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακριβώνω | διακριβώνεις | διακριβώνει | διακριβώνουμε | διακριβώνετε | διακριβώνουν / διακριβώνουνε |
| Παρατατικός | διακρίβωνα | διακρίβωνες | διακρίβωνε | διακριβώναμε | διακριβώνατε | διακρίβωναν / διακριβώναν / διακριβώνανε |
| Αόριστος | διακρίβωσα | διακρίβωσες | διακρίβωσε | διακριβώσαμε | διακριβώσατε | διακρίβωσαν / διακριβώσαν / διακριβώσανε |
| Μέλλοντας | θα διακριβώνω / θα διακριβώσω | θα διακριβώνεις / θα διακριβώσεις | θα διακριβώνει / θα διακριβώσει | θα διακριβώνουμε / θα διακριβώσουμε | θα διακριβώνετε / θα διακριβώσετε | θα διακριβώνουν / θα διακριβώνουνε / θα διακριβώσουν / θα διακριβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακριβώσει | έχεις διακριβώσει | έχει διακριβώσει | έχουμε διακριβώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακριβώσει | είχες διακριβώσει | είχε διακριβώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακριβώσει / να διακριβώνω / να διακριβώσω | να έχεις διακριβώσει / να διακριβώνεις / να διακριβώσεις | να έχει διακριβώσει / να διακριβώνει / να διακριβώσει | να έχουμε διακριβώσει / να διακριβώνουμε / να διακριβώσουμε | να διακριβώνετε / να διακριβώσετε | να διακριβώνουν / να διακριβώνουνε / να διακριβώσουν / να διακριβώσουνε |
| Προστακτική | — | διακρίβωνε / διακρίβωσε | — | — | διακριβώνετε / διακριβώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακριβώθηκαδιακριβώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →