Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακριτικός

/ði̯a.kɾi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιτρέπει τη διάκριση χαρακτηριστικών Βικιλεξικό
    • διακριτικό σημάδι
    • Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003: από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ), εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 177)
  2. που φέρεται με διακριτικότητα, που δείχνει ιδιαίτερη προσοχή και λεπτότητα , ώστε να μην παραβιάσει την ιδιωτική ζωή των άλλων, να μην προσβάλλει τις ευαισθησίες τους και γενικότερα να μην τους ενοχλήσει Βικιλεξικό
    • Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
  3. που δεν τραβά την προσοχή Βικιλεξικό
    • Μπαίνοντας τώρα στο χώρο του ο Λευτέρης προχώρησε πιο σίγουρος, άναψε ένα φωτιστικό δαπέδου με φωτισμό διακριτικό κι έκανε νόημα στον ξένο του να προχωρήσει. (Παναγιώτης Μεντής, Το απροστάτευτο αφήγημα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 82)
    • Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασεμιά. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)

Ετυμολογία

διακριτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακριτικός < διακρίνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακριτικόςδιακριτικήδιακριτικό
Γενικήδιακριτικούδιακριτικήςδιακριτικού
Αιτιατικήδιακριτικόδιακριτικήδιακριτικό
Κλητικήδιακριτικέδιακριτικήδιακριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακριτικοίδιακριτικέςδιακριτικά
Γενικήδιακριτικώνδιακριτικώνδιακριτικών
Αιτιατικήδιακριτικούςδιακριτικέςδιακριτικά
Κλητικήδιακριτικοίδιακριτικέςδιακριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →