διακριτότητα
•
- η ιδιότητα του διακριτού, το να είναι κάποιος διακριτός, να διακρίνεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακριτότητα (νεολογισμός) < διακριτ(ός) + -ότητα, (απόδοση) αγγλική discrimination
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακριτότητα | διακριτότητες |
| Γενική | διακριτότητας | διακριτοτήτων |
| Αιτιατική | διακριτότητα | διακριτότητες |
| Κλητική | διακριτότητα | διακριτότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →