Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακυβερνήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι δυνατόν να διακυβερνηθεί Βικιλεξικό
    • Τα πρότυπα αποτελούν ένα ζωτικό εργαλείο διακυβέρνησης στην προσπάθεια δημιουργίας μιας κοινώς διακυβερνήσιμης και λειτουργικής Ευρώπης. (Μηναΐς Γιαννοπούλου, Σύγχρονες πολιτικές διασφάλισης ποιότητας στην ανώτατη εκπαίδευση σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, Αθήνα 2018, σελ. 59)

Ετυμολογία

διακυβερνήσιμος < διακυβερνώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακυβερνήσιμοςδιακυβερνήσιμηδιακυβερνήσιμο
Γενικήδιακυβερνήσιμουδιακυβερνήσιμηςδιακυβερνήσιμου
Αιτιατικήδιακυβερνήσιμοδιακυβερνήσιμηδιακυβερνήσιμο
Κλητικήδιακυβερνήσιμεδιακυβερνήσιμηδιακυβερνήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακυβερνήσιμοιδιακυβερνήσιμεςδιακυβερνήσιμα
Γενικήδιακυβερνήσιμωνδιακυβερνήσιμωνδιακυβερνήσιμων
Αιτιατικήδιακυβερνήσιμουςδιακυβερνήσιμεςδιακυβερνήσιμα
Κλητικήδιακυβερνήσιμοιδιακυβερνήσιμεςδιακυβερνήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →