διακυβερνώ
•
- κυβερνώ, διοικώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακυβερνώ < αρχαία ελληνική διακυβερνάω / διακυβερνῶ < διά + κυβερνάω / κυβερνῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακυβερνάω / διακυβερνώ | διακυβερνάς | διακυβερνά / διακυβερνάει | διακυβερνάμε / διακυβερνούμε | διακυβερνάτε | διακυβερνάν / διακυβερνάνε / διακυβερνούν / διακυβερνούνε |
| Παρατατικός | διακυβερνούσα | διακυβερνούσες | διακυβερνούσε | διακυβερνούσαμε | διακυβερνούσατε | διακυβερνούσαν / διακυβερνούσανε |
| Αόριστος | διακυβέρνησα | διακυβέρνησες | διακυβέρνησε | διακυβερνήσαμε | διακυβερνήσατε | διακυβέρνησαν / διακυβερνήσαν / διακυβερνήσανε |
| Μέλλοντας | θα διακυβερνάω / θα διακυβερνήσω / θα διακυβερνώ | θα διακυβερνάς / θα διακυβερνήσεις | θα διακυβερνά / θα διακυβερνάει / θα διακυβερνήσει | θα διακυβερνάμε / θα διακυβερνήσουμε / θα διακυβερνούμε | θα διακυβερνάτε / θα διακυβερνήσετε | θα διακυβερνάν / θα διακυβερνάνε / θα διακυβερνήσουν / θα διακυβερνήσουνε / θα διακυβερνούν / θα διακυβερνούνε |
| Παρακείμενος | έχω διακυβερνήσει | έχεις διακυβερνήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακυβερνήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακυβερνήσει / να διακυβερνάω / να διακυβερνήσω / να διακυβερνώ | να έχεις διακυβερνήσει / να διακυβερνάς / να διακυβερνήσεις | να διακυβερνά / να διακυβερνάει / να διακυβερνήσει | να διακυβερνάμε / να διακυβερνήσουμε / να διακυβερνούμε | να διακυβερνάτε / να διακυβερνήσετε | να διακυβερνάν / να διακυβερνάνε / να διακυβερνήσουν / να διακυβερνήσουνε / να διακυβερνούν / να διακυβερνούνε |
| Προστακτική | — | διακυβέρνα / διακυβέρναγε / διακυβέρνησε | — | — | διακυβερνάτε / διακυβερνήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →