διακωμωδώ
•
- παρουσιάζω κάτι σοβαρό με κωμικό τρόπο, με σκοπό να καυτηριάσω ή να προβάλλω κάποιο πρόβλημα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάγελοιοποιώ, κοροϊδεύω, χλευάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακωμωδώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακωμῳδῶ, συνηρημένος τύπος του διακωμῳδέω < διά + κωμῳδέω / κωμῳδῶ < κωμῳδία < κῶμος + ᾠδή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακωμωδώ | διακωμωδείς | διακωμωδεί | διακωμωδούμε | διακωμωδείτε | διακωμωδούν / διακωμωδούνε |
| Παρατατικός | διακωμωδούσα | διακωμωδούσες | διακωμωδούσε | διακωμωδούσαμε | διακωμωδούσατε | διακωμωδούσαν / διακωμωδούσανε |
| Αόριστος | διακωμώδησα | διακωμώδησες | διακωμώδησε | διακωμωδήσαμε | διακωμωδήσατε | διακωμωδήσαν / διακωμωδήσανε / διακωμώδησαν |
| Μέλλοντας | θα διακωμωδήσω / θα διακωμωδώ | θα διακωμωδήσεις / θα διακωμωδείς | θα διακωμωδήσει / θα διακωμωδεί | θα διακωμωδήσουμε / θα διακωμωδούμε | θα διακωμωδήσετε / θα διακωμωδείτε | θα διακωμωδήσουν / θα διακωμωδήσουνε / θα διακωμωδούν / θα διακωμωδούνε |
| Παρακείμενος | έχω διακωμωδήσει | έχεις διακωμωδήσει | έχει διακωμωδήσει | έχουμε διακωμωδήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακωμωδήσει | είχες διακωμωδήσει | είχε διακωμωδήσει | είχαμε διακωμωδήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακωμωδήσει / να διακωμωδήσω / να διακωμωδώ | να έχεις διακωμωδήσει / να διακωμωδήσεις / να διακωμωδείς | να έχει διακωμωδήσει / να διακωμωδήσει / να διακωμωδεί | να έχουμε διακωμωδήσει / να διακωμωδήσουμε / να διακωμωδούμε | να διακωμωδήσετε / να διακωμωδείτε | να διακωμωδήσουν / να διακωμωδήσουνε / να διακωμωδούν / να διακωμωδούνε |
| Προστακτική | — | διακωμώδησε | — | — | διακωμωδήστε / διακωμωδείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακωμωδήθηκαδιακωμωδούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →