διακόπτω
•
- τερματίζω μόνιμα ή προσωρινά πράξεις ή καταστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη Βικιλεξικό
- ειδικότεραπαρεμβαίνω σε μια συζήτηση και διαταράσσω την ομαλή διεξαγωγή της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακόπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακόπτω < δια- + κόπτω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακόπτω | διακόπτεις | διακόπτει | διακόπτουμε | διακόπτετε | διακόπτουν / διακόπτουνε |
| Παρατατικός | διέκοπτα | διέκοπτες | διέκοπτε | διακόπταμε | διακόπτατε | διέκοπταν / διακόπταν / διακόπτανε |
| Αόριστος | διέκοψα / διακόπηκα | διέκοψες | διέκοψε | διακόψαμε | διακόψατε | διέκοψαν / διακόψαν / διακόψανε |
| Μέλλοντας | θα διακόπτω / θα διακόψω | θα διακόπτεις / θα διακόψεις | θα διακόπτει / θα διακόψει | θα διακόπτουμε / θα διακόψουμε | θα διακόπτετε / θα διακόψετε | θα διακόπτουν / θα διακόπτουνε / θα διακόψουν / θα διακόψουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακόψει | έχεις διακόψει | έχει διακόψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακόψει | είχες διακόψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακόψει / να διακόπτω / να διακόψω | να έχεις διακόψει / να διακόπτεις / να διακόψεις | να έχει διακόψει / να διακόπτει / να διακόψει | να διακόπτουμε / να διακόψουμε | να διακόπτετε / να διακόψετε | να διακόπτουν / να διακόπτουνε / να διακόψουν / να διακόψουνε |
| Προστακτική | — | διάκοπτε / διάκοψε | — | — | διακόπτετε / διακόψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακόπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →