διαλογίζομαι
•
- σκέπτομαι, στοχάζομαι Βικιλεξικό
- συλλογίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαλογίζομαι < ελληνιστική κοινή διαλογίζομαι < αρχαία ελληνική διά + λογίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαλογίζομαι | διαλογίζεσαι | διαλογίζεται | διαλογιζόμαστε | διαλογίζεστε | διαλογίζονται |
| Παρατατικός | διαλογιζόμουν / διαλογιζόμουνα | διαλογιζόσουν / διαλογιζόσουνα | διαλογιζόταν / διαλογιζότανε | διαλογιζόμασταν / διαλογιζόμαστε | διαλογιζόσασταν / διαλογιζόσαστε | διαλογίζονταν / διαλογιζόντουσαν |
| Αόριστος | διαλογίστηκα | διαλογίστηκες | διαλογίστηκε | διαλογιστήκαμε | διαλογιστήκατε | διαλογίστηκαν / διαλογιστήκαν / διαλογιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα διαλογίζομαι / θα διαλογιστώ | θα διαλογίζεσαι / θα διαλογιστείς | θα διαλογίζεται / θα διαλογιστεί | θα διαλογιζόμαστε / θα διαλογιστούμε | θα διαλογίζεστε / θα διαλογιστείτε | θα διαλογίζονται / θα διαλογιστούν / θα διαλογιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαλογιστεί | έχεις διαλογιστεί | έχει διαλογιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαλογιστεί | είχες διαλογιστεί | είχε διαλογιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαλογιστεί / να διαλογίζομαι / να διαλογιστώ | να έχεις διαλογιστεί / να διαλογίζεσαι / να διαλογιστείς | να έχει διαλογιστεί / να διαλογίζεται / να διαλογιστεί | να διαλογιζόμαστε / να διαλογιστούμε | να διαλογίζεστε / να διαλογιστείτε | να διαλογίζονται / να διαλογιστούν / να διαλογιστούνε |
| Προστακτική | — | διαλογίζου / διαλογίσου | — | — | διαλογίζεστε / διαλογιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →