Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλογίζομαι

ρήμα
•
  1. σκέπτομαι, στοχάζομαι Βικιλεξικό
  2. συλλογίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλογίζομαι < ελληνιστική κοινή διαλογίζομαι < αρχαία ελληνική διά + λογίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαλογίζομαιδιαλογίζεσαιδιαλογίζεταιδιαλογιζόμαστεδιαλογίζεστεδιαλογίζονται
Παρατατικόςδιαλογιζόμουν / διαλογιζόμουναδιαλογιζόσουν / διαλογιζόσουναδιαλογιζόταν / διαλογιζότανεδιαλογιζόμασταν / διαλογιζόμαστεδιαλογιζόσασταν / διαλογιζόσαστεδιαλογίζονταν / διαλογιζόντουσαν
Αόριστοςδιαλογίστηκαδιαλογίστηκεςδιαλογίστηκεδιαλογιστήκαμεδιαλογιστήκατεδιαλογίστηκαν / διαλογιστήκαν / διαλογιστήκανε
Μέλλονταςθα διαλογίζομαι / θα διαλογιστώθα διαλογίζεσαι / θα διαλογιστείςθα διαλογίζεται / θα διαλογιστείθα διαλογιζόμαστε / θα διαλογιστούμεθα διαλογίζεστε / θα διαλογιστείτεθα διαλογίζονται / θα διαλογιστούν / θα διαλογιστούνε
Παρακείμενοςέχω διαλογιστείέχεις διαλογιστείέχει διαλογιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα διαλογιστείείχες διαλογιστείείχε διαλογιστεί———
Υποτακτικήνα έχω διαλογιστεί / να διαλογίζομαι / να διαλογιστώνα έχεις διαλογιστεί / να διαλογίζεσαι / να διαλογιστείςνα έχει διαλογιστεί / να διαλογίζεται / να διαλογιστείνα διαλογιζόμαστε / να διαλογιστούμενα διαλογίζεστε / να διαλογιστείτενα διαλογίζονται / να διαλογιστούν / να διαλογιστούνε
Προστακτική—διαλογίζου / διαλογίσου——διαλογίζεστε / διαλογιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →