διαλυτήριο
•
- χώρος ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος, όπου διαλύονται (συνήθως) μεγάλες σε μέγεθος κατασκευές (π.χ. πλοία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαλυτήριο < διαλύω + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλυτήριο | διαλυτήρια |
| Γενική | διαλυτήριου / διαλυτηρίου | διαλυτήριων / διαλυτηρίων |
| Αιτιατική | διαλυτήριο | διαλυτήρια |
| Κλητική | διαλυτήριο | διαλυτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →