Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλυτήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χώρος ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος, όπου διαλύονται (συνήθως) μεγάλες σε μέγεθος κατασκευές (π.χ. πλοία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλυτήριο < διαλύω + -τήριο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαλυτήριοδιαλυτήρια
Γενικήδιαλυτήριου / διαλυτηρίουδιαλυτήριων / διαλυτηρίων
Αιτιατικήδιαλυτήριοδιαλυτήρια
Κλητικήδιαλυτήριοδιαλυτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →