διαλυτικός
•
- χημείαο σχετικός με τη διάλυση Βικιλεξικό
- Πρέπει να προσθέσεις στο μείγμα λίγο διαλυτικό υγρό.
- ο σχετικός με τη διάλυση Βικιλεξικό
- ο σχετικός με τη διάλυση Βικιλεξικό
- διαλυτική παρέμβαση
Ετυμολογία
διαλυτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαλυτικός :* για τη διάλυση στη χημεία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dissolvant, dissolutif
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλυτικός | διαλυτική | διαλυτικό |
| Γενική | διαλυτικού | διαλυτικής | διαλυτικού |
| Αιτιατική | διαλυτικό | διαλυτική | διαλυτικό |
| Κλητική | διαλυτικέ | διαλυτική | διαλυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλυτικοί | διαλυτικές | διαλυτικά |
| Γενική | διαλυτικών | διαλυτικών | διαλυτικών |
| Αιτιατική | διαλυτικούς | διαλυτικές | διαλυτικά |
| Κλητική | διαλυτικοί | διαλυτικές | διαλυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →