Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλυτικός

/ði̯a.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαο σχετικός με τη διάλυση Βικιλεξικό
    • Πρέπει να προσθέσεις στο μείγμα λίγο διαλυτικό υγρό.
  2. ο σχετικός με τη διάλυση Βικιλεξικό
  3. ο σχετικός με τη διάλυση Βικιλεξικό
    • διαλυτική παρέμβαση

Ετυμολογία

διαλυτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαλυτικός :* για τη διάλυση στη χημεία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dissolvant, dissolutif

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλυτικόςδιαλυτικήδιαλυτικό
Γενικήδιαλυτικούδιαλυτικήςδιαλυτικού
Αιτιατικήδιαλυτικόδιαλυτικήδιαλυτικό
Κλητικήδιαλυτικέδιαλυτικήδιαλυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλυτικοίδιαλυτικέςδιαλυτικά
Γενικήδιαλυτικώνδιαλυτικώνδιαλυτικών
Αιτιατικήδιαλυτικούςδιαλυτικέςδιαλυτικά
Κλητικήδιαλυτικοίδιαλυτικέςδιαλυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →