διαμέριση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμερίζω Βικιλεξικό
- θεωρία συνόλωνβλ. συνώνυμο διαμερισμός Βικιλεξικό
- πληροφορικήpartitioning: η διαδικασία της διαίρεσης μαγνητικού μέσου (πχ. σκληρού δίσκου) σε τμήματα που έχουν ανεξάρτητη διαμόρφωση (format) και διαχείριση Βικιλεξικό
- Κατάτμηση δίσκου στην αγγλική Βικιπαίδεια
Ετυμολογία
διαμέριση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαμέρισις < αρχαία ελληνική διαμερίζω < δια- + μερίζω < μέρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμέριση | διαμερίσεις |
| Γενική | διαμέρισης | διαμερίσεων |
| Αιτιατική | διαμέριση | διαμερίσεις |
| Κλητική | διαμέριση | διαμερίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →