διαμερίζω
•
- λόγιοχωρίζω κάποιο όλο σε μέρη Βικιλεξικό
- λόγιοχωρίζω σε (ίσα ή άνισα) μερίδια και τα μοιράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμερίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαμερίζω < δια- + μερίζω < μέρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμερίζω | διαμερίζεις | διαμερίζει | διαμερίζουμε | διαμερίζετε | διαμερίζουν / διαμερίζουνε |
| Παρατατικός | διαμέριζα | διαμέριζες | διαμέριζε | διαμερίζαμε | διαμερίζατε | διαμέριζαν / διαμερίζαν / διαμερίζανε |
| Αόριστος | διαμέρισα | διαμέρισες | διαμέρισε | διαμερίσαμε | διαμερίσατε | διαμέρισαν / διαμερίσαν / διαμερίσανε |
| Μέλλοντας | θα διαμερίζω / θα διαμερίσω | θα διαμερίζεις / θα διαμερίσεις | θα διαμερίζει / θα διαμερίσει | θα διαμερίζουμε / θα διαμερίσουμε | θα διαμερίζετε / θα διαμερίσετε | θα διαμερίζουν / θα διαμερίζουνε / θα διαμερίσουν / θα διαμερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμερίσει | έχεις διαμερίσει | έχει διαμερίσει | έχουμε διαμερίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμερίσει | είχες διαμερίσει | είχε διαμερίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμερίσει / να διαμερίζω / να διαμερίσω | να έχεις διαμερίσει / να διαμερίζεις / να διαμερίσεις | να έχει διαμερίσει / να διαμερίζει / να διαμερίσει | να έχουμε διαμερίσει / να διαμερίζουμε / να διαμερίσουμε | να διαμερίζετε / να διαμερίσετε | να διαμερίζουν / να διαμερίζουνε / να διαμερίσουν / να διαμερίσουνε |
| Προστακτική | — | διαμέριζε / διαμέρισε | — | — | διαμερίζετε / διαμερίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαμερίστηκαδιαμερίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →