διαμερισματικός
•
- που έχει σχέση με διαμέρισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμερισματικός < διαμέρισμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμερισματικός | διαμερισματική | διαμερισματικό |
| Γενική | διαμερισματικού | διαμερισματικής | διαμερισματικού |
| Αιτιατική | διαμερισματικό | διαμερισματική | διαμερισματικό |
| Κλητική | διαμερισματικέ | διαμερισματική | διαμερισματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμερισματικοί | διαμερισματικές | διαμερισματικά |
| Γενική | διαμερισματικών | διαμερισματικών | διαμερισματικών |
| Αιτιατική | διαμερισματικούς | διαμερισματικές | διαμερισματικά |
| Κλητική | διαμερισματικοί | διαμερισματικές | διαμερισματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →