Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμερισματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με διαμέρισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμερισματικός < διαμέρισμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαμερισματικόςδιαμερισματικήδιαμερισματικό
Γενικήδιαμερισματικούδιαμερισματικήςδιαμερισματικού
Αιτιατικήδιαμερισματικόδιαμερισματικήδιαμερισματικό
Κλητικήδιαμερισματικέδιαμερισματικήδιαμερισματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαμερισματικοίδιαμερισματικέςδιαμερισματικά
Γενικήδιαμερισματικώνδιαμερισματικώνδιαμερισματικών
Αιτιατικήδιαμερισματικούςδιαμερισματικέςδιαμερισματικά
Κλητικήδιαμερισματικοίδιαμερισματικέςδιαμερισματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →